Search
  • George

Ένα κείμενο για το "Ουδείς Προφήτης"

Το παρακάτω κείμενο είναι κάτι που έγραψα κάποια στιγμή τον τελευταίο χρόνο για να περιγράψω πιο πεζογραφικά την στιγμή της έμπνευσης μου για το "Ουδείς Προφήτης". Για καιρό, ήταν το κείμενο που υπήρχε στην ιστοσελίδα για να περιγράψει το βιβλίο. Η αρχική μου σκέψη ήταν να το βάλω στο βιβλίο, να το προσθέσω μεταξύ της αφιέρωσης και του "Προλόγου Προλόγων", αλλά τελικά ίσως και να μπέρδευε ή να κούραζε τον αναγνώστη. Επειδή δεν θέλω όμως να χαθεί εντελώς, αποφάσισα να το δημοσιεύσω ως ανάρτηση στο blog μου.


***


Ήταν κατά τη διάρκεια της συγγραφής της «Επίθεσης στην Καρθίγη», ενώ προσπαθούσα να βάλω τις σημειώσεις μου σε μία σειρά και έγραφα τα πρώτα κεφάλαια, όταν συνάντησα τη Μαριάννα, στο δασάκι στο οποίο συχνάζω.


Την έβλεπα για πρώτη φορά εκεί, και ήταν ξεκάθαρο ότι δεν ήξερε που ακριβώς βρισκόταν. Είχε όμως καθίσει στο συνηθισμένο πεσμένο δέντρο που κάθομαι και εγώ, για να χαζεύω την λίμνη, δίπλα ακριβώς από την πέτρα σε σχήμα πυραμίδας που είχε κάποτε ολισθήσει από το γειτονικό βουνό, από το οποίο κατέβαινα εκείνη την ημέρα και εγώ.


Την καλημέρισα και κάθισα δίπλα της, και αυτή μαζεύτηκε προς την αντίθετη πλευρά, είτε για να μου δώσει χώρο, είτε για να απομακρυνθεί λίγο. Ήταν χαμένη στις σκέψεις της, το πρόσωπο της προβληματισμένο. Μπορεί να μην είχε πολλή διάθεση για κουβέντα, ο καιρός όμως ήταν καλός, είχε βρεθεί στον διάβα μου, και καθόταν στο συνηθισμένο σημείο που καθόμουν και εγώ.


Με κοίταξε, την κοίταξα, και νιώσαμε και οι δύο σαν να γνωριζόμασταν χρόνια. Διάβασα τα μάτια της και κατάλαβα πως ήμασταν όμορα πνεύματα, είχαμε τις ίδιες ανησυχίες και προβληματισμούς. Της έδωσα λίγο χρόνο, για να οργανώσω και εγώ τις σκέψεις μου, να αποφασίσω αν αυτά που θα μου έλεγε ήταν πράγματα που θα συνέβαιναν ή πράγματα που είχαν ήδη συμβεί.


«Μίλησε μου» της είπα, μετά από λίγη ώρα. Αυτό τη συνέφερε, και χωρίς αντίρρηση, άρχισε να μου λέει πράγματα που είχαν ήδη συμβεί και που την είχαν ενοχλήσει, της είχαν κάνει εντύπωση, για άτομα στα οποία είχε μιλήσει.


Στην πορεία της ημέρας ήρθαν να μας βρουν και οι φίλοι και συνεργάτες της, ο Νικήτας και ο Ανδρέας, και έφεραν μπύρες, αναψυκτικά, και σάντουιτς. Καθίσαμε εκεί, δίπλα από την λίμνη, και μου είπαν και αυτοί όσα είχαν δει, όσα είχαν διαβάσει, την έρευνα που είχαν κάνει και όσα είχαν σκοπό να γράψουν, η ιστορία τους απλώθηκε μπροστά μου.


Ήταν σούρουπο, ένα πυρόξανθο φως στον ορίζοντα, όταν η αφήγηση τους τελείωσε. Σηκώθηκα για να ξεπιαστώ, και στάθηκα δίπλα από την πέτρα σαν πυραμίδα, και κοίταξα τον ήλιο που έσβηνε στον ορίζοντα, συλλογιζόμενος όσα είχα ακούσει. Όταν γύρισα για να τους ξανακοιτάξω, να τους ρωτήσω κάτι τελευταίο, δεν βρίσκονταν πια εκεί. Και όμως, όσα μου είχαν πει, οι εικόνες που μου είχαν δώσει απλόχερα, έκαιγαν μέσα στο μυαλό μου, και τα αισθανόμουν χρέος.


Έτσι πήρα τον δρόμο του γυρισμού προς τα βουνά, και το «Ουδείς Προφήτης» άρχισε να παίρνει μορφή το ίδιο βράδυ.


3 views
 
  • Twitter
  • Instagram

©2020 by Georgios Lygkas.